Ομιλία κ. Χρήστου Φραδέλλου στην Εκδήλωση για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών

Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν

Δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή απ΄την αλήθεια της σιωπής

Χίλιες φορές να γεννηθείς τόσες θα σε σταυρώσουν

(Κ. Βάρναλης, Οι πόνοι της Παναγίας)

  1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Οι άγιοι που εορτάζουν σήμερα μας συνοδεύουν όλους από τα μαθητικά μας χρόνια. Το παράδοξο, όμως, είναι πως αν ρωτήσουμε τα παιδιά μας να μας πουν τι ξέρουν γι΄αυτούς, δεν είμαι βέβαιος ότι θα ξέρουν να μας πουν κάτι, ίσως ούτε καν τα ονόματά τους.

Τι έχουν να πουν οι τρεις ιεράρχες στον κόσμο και ειδικά στους νέους σήμερα;

Νομίζω ότι η μάχη είναι κάπως άνιση γι΄αυτούς. Γιατί αν κάποτε οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας, την εποχή της βασιλείας του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118), είχαν χωριστεί στους Βασιλίτες, τους Γρηγορίτες και τους Ιωαννίτες, δηλ. σ΄εκείνους που θεωρούσαν τον Βασίλειο σπουδαιότερο των άλλων τριών, σ΄εκείνους που πίστευαν ότι ο Γρηγόριος ήταν ο πιο άξιος και σε εκείνους που θεωρούσαν τον Ιωάννη Χρυσόστομο τον σημαντικότερο, σήμερα δεν έχει κανείς τη όρεξη να πάρει το μέρος κανενός από τους τρεις. Πρώτα απ’ όλα γιατί ελάχιστοι τούς γνωρίζουν και ύστερα γιατί από εκείνους που τους γνωρίζουν δεν είμαι σίγουρος ότι αποτελούν όντως πρότυπα ζωής.

Αν για παράδειγμα κάποιος σήμερα ακολουθούσε το παράδειγμα του πάμπλουτου Μεγάλου Βασιλείου και έδινε όλη την περιουσία του στην ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου, μάλλον δε θα θεωρούσαν ότι έχει σώας τας φρένας.

Ποιος αξιωματούχος σήμερα θα διακινδύνευε τη θέση του υπερασπιζόμενος τον τυχαίο αδύναμο πολίτη, όπως έκανε ο Χρυσόστομος ο οποίος όντας αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως εξορίστηκε επειδή υποστήριξε μια χήρα στην διάσταση που είχε αυτή με την αυτοκράτειρα Ευδοξία.

Ζούμε σε μια ατομικιστική κοινωνία την οποία οι τρεις αυτοί ιεράρχες της Εκκλησίας αντιμάχονταν με τη ζωή τους. Αλλά το θέμα μας σήμερα δεν είναι ο αλτρουισμός των τριών αυτών ανδρών. Σήμερα με αφορμή την ευρυμάθεια και επιστημοσύνη τους θα στοχαστούμε πάνω στη συνύπαρξη στον άνθρωπο της πίστης και της επιστήμης.

  1. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

IMG_9741

Ας ξεκινήσουμε με το ιστορικό της θέσπισης της κοινής εορτής τους ως ημέρας αφιερωμένης στα γράμματα.

Το 1841 η Σύγκλητος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου των Αθηνών αποφάσισε η εκκλησιαστική γιορτή των Τριών Ιεραρχών να θεωρείται και γιορτή των Ελληνικών Γραμμάτων, πράγμα που αργότερα αναγνώρισε με σχετική νομοθεσία και η Πολιτεία. Αυτό που ώθησε στη θέσπιση της γιορτής αυτής από τους εμπνευστές της ήταν το γεγονός ότι οι τρεις αυτοί πατέρες της Εκκλησίας εκτός από το εκκλησιαστικό φρόνημα διακρίθηκαν ιδιαίτερα στη σπουδή των επιστημών. Ο Βασίλειος μαθήτευσε στον σπουδαίο φιλόσοφο Λιβάνιο καθώς και στη φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, όπου και διδάχθηκε Γραμματική, φιλοσοφία, ρητορική, γεωμετρία, αστρονομία και ιατρική[1]. Ο Γρηγόριος σπούδασε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα όπου του προσφέρθηκε η θέση καθηγητή. Τέλος ο Χρυσόστομος έκανε σπουδές ρητορικής, νομικών και φιλοσοφίας σε Καισάρεια και Αντιόχεια επίσης κοντά στον Λιβάνιο. Η παιδεία γι΄αυτούς τους άνδρες ήταν το «πρώτον των παρ΄ημίν αγαθόν»[2].

Έτσι, είναι προφανές ότι η τότε σύγκλητος του πανεπιστημίου και οι ηγεσίες της χώρας από τότε μέχρι σήμερα, θεωρούν με κάποιο τρόπο ότι ο συνδυασμός γνώσεων και πίστης είναι ο ενδεδειγμένος, ειδικά για τους νέους αλλά και για όλους μας γενικότερα. Αλήθεια, όμως, ταιριάζουν όντως αυτά τα δύο μεγέθη μεταξύ τους; Μπορούν να συνυπάρξουν;

Ζω τα παιδιά καθημερινά στο σχολείο και βλέπω πόσο ζορίζονται να δεχθούν μέσα τους τη συνύπαρξη αυτή. Μόλις πριν λίγες ημέρες σε ερώτησή μου τι τα απωθεί από την πίστη στο Χριστό, τα περισσότερα απάντησαν ότι η πίστη συγκρούεται με τη λογική και ότι τα αποτελέσματα της επιστήμης έρχονται να ακυρώσουν όσα η πίστη προβάλλει.

Αλήθεια πόσο άδικο έχουν; Έχουν; Ή μήπως πρόκειται για ένα ψευδοδίλλημα;

  1. ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΒΛΕΠΩ ΚΑΙ ΝΑ ΑΜΦΙΒΑΛΛΩ ΓΙ΄ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΩ;

Θα σας αφηγηθώ μια ιστορία που την ξέρετε ήδη. Ας τη θυμηθούμε λοιπόν μαζί… Ο Χριστός έχει αναστηθεί, οι μαθητές δεν το ξέρουν – αν και τους το έχει πει ήδη ο Κύριος – και οι Μαθήτριές του, που επικράτησε να τις λέμε Μυροφόρες, πήγαν στο μνήμα για να τελέσουν υποτυπωδώς το έθιμο της ταφής που ήθελε την επάλειψη του σώματος του νεκρού με αρώματα και λάδια. Όμως, η ανάσταση έχει συντελεστεί και βρίσκουν το μνήμα άδειο. Αντ΄αυτού βλέπουν άνδρα – άγγελο Κυρίου – ο οποίος τους ανακοινώνει ότι ο Κύριος ουκ έστι ώδε αλλ΄ηγέρθη[3], δηλ. δεν είναι εδώ που τον ψάχνετε, αναστήθηκε! Πήγαν, λοιπόν, οι μαθήτριες στους μαθητές που βρίσκονταν κλεισμένοι και διπλοκλειδωμένοι από το φόβο και τη θλίψη τους και όταν άκουσαν τη διήγηση της Μαρίας της Μαγδαληνής, δεν την πίστεψαν[4]. Δεν πίστεψαν ούτε τους μαθητές στους οποίους εμφανίστηκε ο Κύριος ενώ αυτοί περπατούσαν στους αγρούς. Φαίνεται, ότι ο φόβος δεν είχε αχρηστεύσει εντελώς τη λογική αυτών των ανθρώπων.

Όταν μάλιστα ο Θωμάς, που ατυχώς δεν ήταν στο κρησφύγετο των μαθητών όταν τους εμφανίστηκε ο Κύριος, στο άκουσμα της ανάστασής Του, προέταξε τις αμφιβολίες του λέγοντας: Αν δε δω στα χέρια του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια αυτά και δε βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά του, δε θα πιστέψω[5].

Μήπως η Παναγία μας όταν την επισκέφθηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, για να της πει για το σχέδιο του Θεού να γεννήσει τον Υιό του, αυτή δεν προέταξε μια λογική απορία; «Πως θα μου συμβεί αυτό αφού δεν έχω σύζυγο;»[6]. Βλέπετε ότι η Παναγία όχι μόνο δε στερείται λογικής και επίγνωσης των φυσικών νόμων, αλλά τους προτάσσει κιόλας. Η λογική μοιάζει να προηγείται της πίστης.

Και αν είναι έτσι τα πράγματα και δεν ακυρώνεται η λογική από την πίστη, τότε πως γίνεται να συνυπάρχουν δύο έννοιες που μοιάζουν εξ ορισμού αντίθετες; Γιατί είναι προφανές ότι η πίστη με καλεί και με προσκαλεί σε ένα ταξίδι πέρα από τη λογική όταν μιλάει για ανάσταση νεκρών και για άλλα θαυμαστά πράγματα, για θαύματα, όπως επικράτησε να λέγονται.

Πρώτα από όλα πρέπει να τονίσω ότι κατά τη γνώμη μου η μια δεν ακυρώνει απαραίτητα την άλλη, όμως σίγουρα δοκιμάζεται η μια από την άλλη.

Στην περίπτωση της Παναγίας φαίνεται πως αν και η λογική και οι γνώσεις για τον φυσικό κόσμο υπάρχουν, εντούτοις δεν παίζουν τον κυρίαρχο ρόλο.

Για να δούμε που αλλού συμβαίνει αυτό; Μήπως στον έρωτα; Και μη μου πει κανείς ότι είναι μια σπάνια κατάσταση στον άνθρωπο. Οι άνθρωποι δεν ερωτεύονται κυρίαρχα με βάση τη λογική τους αλλά με βάση μια άλλη ορμή, ενίοτε παράλογη στα μάτια των λογικών και μη ερωτευμένων.

  1. ΓΝΩΣΗ & ΠΙΣΤΗ

Πίστη και γνώση είναι έννοιες που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ταυτισθούν.

Η γνώση υπάρχει πέρα από τη θέλησή μου. Έχει μια αντικειμενικότητα που δεν εξαρτάται από εμένα και την ελεύθερη επιλογή μου να την αποδεχθώ. Η γνώση υπάρχει άσχετα από εμένα και από τις αντιλήψεις μου, υπάρχει πέρα και έξω από την ελευθερία μου. Με προκαλεί να εκτεθώ απέναντί της. Υπάρχει θέλω δε θέλω.

Αντίθετα η πίστη λειτουργεί μόνο στο επίπεδο της βούλησής μου, της επιθυμίας μου[7]. Και η επιθυμία είναι ο χώρος όπου συντελείται η ενηλικίωσή μου και με μια ευρύτερη έννοια, το νόημα στη ζωή μου. Είμαστε ευτυχισμένοι όχι στο βαθμό που αυξάνεται η λογική μας αλλά στο βαθμό που πραγματώνονται οι βαθιές μας επιθυμίες.

Στην επιστήμη για να γνωρίσεις ένα αντικείμενο πρέπει να σταθείς απέναντί του, να το μελετήσεις, να το παρατηρήσεις, να δεις τη συμπεριφορά του και να εξάγεις τα ασφαλή συμπεράσματά σου.

Στη θεολογία έχουμε την αντίθετη κίνηση. Για να κατανοήσουμε κάτι, κάποιον, πρέπει να ενωθούμε μαζί του. Σκεφτείτε έναν άνθρωπο που κλαίει. Η επιστήμη θα σταθεί απέναντί του και θα παρατηρήσει την διόγκωση των αδένων που σταδιακά εκχέουν αυτό το υφάλμυρο υγρό που ονομάζουμε δάκρυ. Η θεολογία για να τον κατανοήσει θα πρέπει να ενωθεί μαζί του, να μπει στη θέση του, να τον νιώσει. Ο Θεός δεν προσεγγίζεται, δεν υπόκειται σε παρατήρηση, (άλλωστε το λέει καθαρά η Γραφή: «Θεόν ουδείς εώρακε πόποτε»[8]) αλλά σε βιωματική εμπειρία, σε κοινωνία. Ο απόστολος Φίλιππος όταν ρωτήθηκε από τον Ναθαναήλ αν αυτό που ζει με το Χριστό είναι γνήσιο και αληθινό του απάντησε «έρχου και ίδε»[9]. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κύριος έγινε άνθρωπος, δηλ. ήρθε στη θέση μας, έγινε άνθρωπος και όχι κάτι σαν άνθρωπος[10].

  1. ΔΙΩΞΕ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗ ΓΝΩΣΗ;

Αν με το ερώτημα αυτό εννοούμε την Εκκλησία ως κλειστό σύστημα ιδεών και ως μέσο κυριαρχίας και εξουσίας των ανθρώπων, ασφαλώς και το έκανε, και μάλιστα με περίσσιο ζήλο. Είναι όμως αυτό το πράγμα Εκκλησία;

Ιστορικά, αν θέλει κάποιος να αναζητήσει διώξεις ανθρώπων της γνώσης και του πνεύματος δε νομίζω ότι θα δυσκολευτεί ιδιαίτερα. Την πατρότητα των διώξεων αυτών δεν την έχουν, βέβαια, οι χριστιανοί, έστω και οι αλλοτριωμένοι. Οι άνθρωποι της γνώσης, αυτοί που μπορούσαν να βλέπουν λίγο πέρα από τη μύτη τους, πάντα διώκονταν από εκείνους που φοβούνταν ότι κάτι θα χάσουν από την πρόοδο και τη διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων των ανθρώπων. Θυμηθείτε το Σωκράτη.

Πάντως, από το Διάταγμα της Ανεξιθρησκίας το 312 μ.Χ και μετά, οι αμαρτίες του θρησκειοποιημένου χριστιανισμού δεν είναι λίγες:

Τη φιλόσοφο, μαθηματικό και αστρονόμο Υπατία την κατακρεούργησε όχλος φανατικών, κατά τα άλλα, χριστιανών.

Στη δυτική Ευρώπη θεσπίστηκε ένα όργανο που διασφάλιζε τη θρησκευτική και κοινωνική καθαρότητα, τη γνωστή σε όλους Ιερά Εξέταση. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση αυτή όπου ο θρησκειο-ποιημένος χριστιανισμός, δηλ. ο αποεκκλησιαστικοποιημένος, επιχείρησε να εξασφαλίσει το αυθαίρετο δικαίωμά του να ερμηνεύει τον κόσμο όπως εκείνος θέλει. Όταν η Εκκλησία λειτούργησε έτσι, όχι μόνο εξέπεσε του σκοπού της, που είναι να φέρει το φως, δηλ. το Χριστό, στον κόσμο, αλλά καταδίκασε τον κόσμο στην πιο βαθειά νύχτα, μια περίοδος που επικράτησε να λέγεται και «σκοτεινά χρόνια» (dark ages). Αλήστου μνήμης παραμένει ως σήμερα και αποτέλεσε πηγή έμπνευσης κάθε ολοκληρωτισμού η απαγόρευση βιβλίων από την παπική εξουσία, ο γνωστός «Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων»[11] ο οποίος εκδόθηκε πρώτη φορά στην Ολλανδία το 1529 και επιβίωσε ανανεούμενος μέχρι τον 20ο αιώνα.

Και στην Ορθόδοξη ελληνική ανατολή τι έγινε;

Ο άγ. Γρηγόριος Θεολόγος είχε εντοπίσει και καταδίκαζε την απόρριψη της κοσμικής (θύραθεν) γνώσης από κάποιους χριστιανούς, επειδή τάχα τους ξεστρατίζει από το δρόμο του Θεού[12].

Στα δικά μας σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας, σπουδαίοι άνθρωποι πήγαν να σπουδάσουν στη δυτική Ευρώπη, μια που εδώ οι δυνατότητες ανώτερων σπουδών ήταν σχεδόν αδιανόητες. Επιστρέφοντας στην πατρίδα, μαζί με τις γνώσεις τους, κουβάλησαν μαζί τους και μιαν άλλη νοοτροπία, την οποία οι εδώ Έλληνες άλλοτε αντιμετώπισαν με δέος, θαυμασμό, ενίοτε δε και με μειονεξία (θυμηθείτε την εμπορική φράση που επιβίωσε μέχρι τις μέρες μας «εφάμιλλα των Ευρωπαϊκών») και άλλοτε με καχυποψία. Μάλιστα, ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος των Κολλυβάδων, αν και ο ίδιος είχε σπουδάσει δίπλα στον μεγάλο Ευγένιο Βούλγαρη και είχε επίσης σπουδάσει φυσική κοντά στο Νικηφόρο Θεοτόκη, διαπιστώνοντας τη διείσδυση σαν μόδα της επίπλαστης αθεΐας, δήλωσε πως «είναι καλύτερα να πάει κανείς αγράμματος στον παράδεισο παρά μορφωμένος στην κόλαση»[13]. Μήπως η φράση αυτή δεν είναι στον πυρήνα της ίδια με εκείνη του Κυρίου που είπε «τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;».

Αλήθεια, ποιο το όφελος για μένα να κερδίσω το λαχείο και αντλώντας απόλαυση και νόημα βίου από τα κέρδη μου να χάσω, τελικά, τους φίλους και τις σχέσεις μου; Ασφαλώς και υπάρχουν άνθρωποι απαίδευτοι, δεισιδαίμονες, που φοβούνται και τον ίσκιο τους ακόμα, οχυρωμένοι μέσα στην άγνοιά τους. Όμως μήπως τάχα δεν υπάρχουν και μορφωμένοι με master και διδακτορικά ακοινώνητοι, κλεισμένοι στις μελέτες τους και τα διαβάσματά τους, που δεν ξέρουν να διακρίνουν ένα πεπόνι από μια μπάλα του ράγκμπυ ή που η συνάντηση με ένα φίλο συμβαίνει, αν συμβαίνει, μόνο μέσα από mail, το skype ή το facebook; Το να διαλέξει κανείς ανάμεσα στα δύο αυτά είναι ένα ψευδοδίλλημα: σαν να πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο θανατηφόρες ασθένειες.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που η Εκκλησία δεν κατάφερε να ζυμώσει και να απενεργοποιήσει τις δεισιδαιμονίες οι οποίες επιβίωσαν εντός της μέσα από λαϊκές δοξασίες. Ο παγανισμός, αυτή η αρχέγονη θρησκεία, είναι τόσο ισχυρή όσο και παλαιά, που και σήμερα ακόμα θα μπορούσε να κάνει και τον Πρύτανη ενός Πανεπιστημίου να … «χτυπήσει ξύλο». Ο παγανισμός εκφράστηκε μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας συχνά με όχημα τη λαϊκή ευσέβεια. Αν υπήρχε τρόπος να συλλέξουμε όλα τα τεμάχια του Τιμίου Σταυρού από εκείνους που ισχυρίζονται ότι διαθέτουν ένα, τότε ο Σταυρός του Κυρίου μας θα ήταν πιο ψηλός και από τα …Λευκά Όρη. Σε όλη τη χριστιανοσύνη υπάρχουν τουλάχιστον τρεις κεφαλές του Τιμίου Προδρόμου και τέσσερα δεξιά χέρια του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Και ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Ο περιηγητής Pashley στο έργο του Ταξίδια στην Κρήτη γράφει για τους γυρολόγους αγίων λειψάνων στην Αγγλία οι οποίοι πωλούσαν παράλληλα και συγχωροχάρτια και εξέθεταν για προσκύνηση λείψανα αγίων, με το αζημίωτο φυσικά. Προσέξτε θράσος και αγραμματοσύνη: «Όχι κύριοι, σταθείτε, εδώ μπορείτε να δείτε το μεγάλο δάχτυλο της Αγίας Τριάδος. Όποιος σ΄αυτό το δάχτυλο χρήματα υποσχεθεί, μπορεί να το βάλλει στο στόμα του και το υπόσχομαι, σε όλη την υπόλοιπη ζωή του δεν θα ξαναενοχληθεί από πονόδοντο».[14]

Η Εκκλησία όχι μόνο λοιπόν δεν κατάφερε να ζυμώσει πλήρως, όπως ανέφερα παραπάνω, αυτές τις παγανιστικές πρακτικές, αλλά συχνά απέτυχε να μετατρέψει την άλογη και μαγική λατρεία σε λογική[15], μη υπερασπιζόμενη τα μέλη της, (τα ενεργά και τα εν δυνάμει), από τους αγύρτες και τους εμπόρους της πίστεως, οι οποίοι ασελγούσαν πάνω στα ιερά και τα όσιά της, αλλά και στη στοιχειώδη ανθρώπινη λογική. Αυτή είναι η μεγάλη μας αμαρτία, που χαρίσαμε μεγάλα πνεύματα και υπέροχες προσωπικότητες εις τους μη έχοντες ελπίδαν[16]. Πως τους χαρίσαμε; Μα με το να τους κλείσουμε την πόρτα της Βασιλείας, αφού πολλές φορές αφήσαμε ανεξέλεγκτο εντός της, το παζάρι, την άγνοια και τον φθόνο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ιταλού πολιτικού στοχαστή Μακιαβέλλι (1469-1527), ο οποίος μέμφεται τους χριστιανούς ιερείς της εποχής του, γιατί εξαιτίας τους «γίναμε άθρησκοι και κακοί»[17]. Μα καλά τι νομίσαμε, ότι κρατώντας τα εξωτερικά στοιχεία της λατρείας ή της τέχνης μας είμαστε Εκκλησία; Αν είναι έτσι, τότε και οι Ουνίτες είναι Ορθόδοξοι. Αν εγώ βάλω ράσο γίνομαι ιερέας;

Το γεγονός ότι υπάρχουν και σήμερα άνθρωποι που πιστεύουν ότι η Εκκλησία πρεσβεύει το Πίστευε και μη ερεύνα, δεν είναι μόνο δική τους ευθύνη (που είναι ούτως ή άλλως). Είναι και δική μας ευθύνη που δεν είμαστε αρκετά ξεκάθαροι και δεν βρωντοφωνάζουμε με τη ζωή μας: «Ερευνάτε γιατί χανόμαστε. Ψάξτε, γιατί η αλήθεια δεν πωλείται στα Σούπερ Μάρκετ σε προσφορά». Πρέπει να δώσεις αίμα για να λάβεις πνεύμα[18]. Ο δε Βασίλειος είναι ξεκάθαρος όταν λέει: «Πόνοι γεννώσι δόξαν, κάματοι προξενούσι στεφάνους»[19]. Πραγματικά είναι εντυπωσιακό πως κατορθώθηκε αυτή η αλλοίωση να περνιέται για χριστιανισμός και μάλιστα, ως επίσημη γραμμή του! Πως γίνεται να θεωρείται χριστιανισμός η δίωξη οποιουδήποτε διαφωνεί μαζί μου ή με την κραυγαλέα άγνοιά μου; Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι η επιστήμη είναι κάτι που αντιμάχεται την Εκκλησία, (πράγμα που βέβαια δεν ισχύει), πως μπορούσαν κάποιοι να διώκουν και να εξοντώνουν αυτούς που ο Κύριός μας είπε στην επί του όρους ομιλία του ότι οφείλουμε να αγαπούμε; : Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς, ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς (Μτ. 5, 43-45)

Όχι, η Εκκλησία του Χριστού δεν μπορεί και δεν διώκει τη γνώση. Για την Εκκλησία κάθε γνώση μας φέρνει πιο κοντά στην αλήθεια, άρα στο Θεό[20].

  1. ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ

Στους τρεις εορτάζοντες σήμερα αγίους αρχιερείς δεν τέθηκε ποτέ το θέμα πίστη ή επιστήμη, μια που οι ίδιοι βούτηξαν στη θάλασσα της γνώσης και η πίστη τους, όπως έδειξε η συνέχεια, γιγαντώθηκε αντί να μειωθεί. Για την Εκκλησία, όταν είναι ο εαυτός της, οτιδήποτε οδηγεί στην αλήθεια, είναι εκ Θεού. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις δύο σπουδαίων μορφών του πρώιμου χριστιανισμού: του φιλοσόφου και μάρτυρα Ιουστίνου και του Αμβροσίου επισκόπου Μεδιολάνων. Ο μεν Ιουστίνος έλεγε ότι «οποιαδήποτε ευγενής σκέψη, από όπου και αν προέρχεται για τους χριστιανούς είναι αγαθή», ο δε Αμβρόσιος δήλωνε πως «κάθε αλήθεια, οποιοσδήποτε και αν τη διατυπώσει, προέρχεται από το άγιο Πνεύμα»[21]. Τολμηρές θέσεις ή απλά εκκλησιαστικές; Αυτήν την πραγματικότητα έκαναν και κάνουν πράξη λαϊκοί, αλλά και κληρικοί, σε όλη την ιστορική πορεία της Εκκλησίας. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε μερικούς ιερείς οι οποίοι διακρίθηκαν στις επιστήμες και μάλιστα στις λεγόμενες θετικές επιστήμες.

ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ[22]

Ευγένιος Βούλγαρης (μαθηματικά – φιλοσοφία), Άνθιμος Γαζής (φυσικός-έφτιαξε ένα από τα πρώτα εργαστήρια φυσικής στην Ελλάδα, μαθηματικός), Θεόφιλος Καΐρης (αστρονόμος), Ιώσηπος Μοισιόδακας (μαθηματικός, γεωγράφος), Νικηφόρος Θεοτόκης (φυσικός, γεωγράφος), Δανιήλ Φιλιππίδης (μαθηματικός, φυσικός, γεωγράφος), Γρηγόριος Κωνσταντάς (φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός, γεωγράφος), Βενιαμίν Λέσβιος (φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός, αστρονόμος), Ιωάννης Πέζαρος. Κάποιοι από τους παραπάνω, όπως ο Θεόφιλος Καΐρης, αν και επαινέθηκαν από την Εκκλησία για την προσφορά τους στην παιδεία του Γένους, εντούτοις οι θεολογικές τους ακροβασίες απορρίφθηκαν[23].

Στο δε δυτικό χριστιανισμό λόγω ιστορικών και κοινωνικών συγκυριών η συμβολή του κλήρου στις επιστήμες καθίσταται εντυπωσιακά μεγαλύτερη:

ΔΥΤΙΚΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ[24]

Κοπέρνικος (ο μεγάλος εισηγητής της θεωρίας του ηλιοκεντρικού συστήματος), Roger Bacon (μαθηματικός), George Lemaitre (πρόδρομος της θεωρίας της μεγάλης έκρηξης), Gregor Mendel (ο πατέρας της γενετικής), Nicollo Zucchi (έφτιαξε ένα από τα πρώτα τηλεσκόπια αρχές 17ου αι.), Giovvani Batista Venturi (ιταλός φυσικός που το όνομά του συνδέθηκε με πειράματα ροής υγρών), διάφοροι αστεροειδής πήραν το όνομά τους από τους κληρικούς αστρονόμους που τους ανακάλυψαν όπως ο Giusseppe Toaldo, ο Francesco de Vico, ο Francesco Lana de Terzi θεωρείται ο πατέρας της αεροναυπηγικής και πρόδρομος του συστήματος γραφής για τυφλούς πριν από τον Braille.

  1. Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΩΣ Η ΝΕΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Πριν δύο μέρες διάβασα για μια έρευνα που αποκαλύπτει ότι οι κάτοικοι της Ισλανδίας είναι εκείνοι με τα μεγαλύτερα ποσοστά αθεΐας στους νέους. Στη χώρα αυτή πριν από 20 χρόνια το 90% των πολιτών ήταν βαθειά θρησκευόμενοι, ενώ τώρα μόλις το 50% δηλώνουν πιστοί. Από την πλευρά της, η Σολβέιγκ Άννα Μπόασντότιρ, καθηγήτρια συγκριτικής θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ισλανδίας, θεωρεί βέβαιο ότι η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος επηρέασε και τελικώς άλλαξε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των νέων της χώρας.   «Ωστόσο, ακόμη και έτσι», συμπλήρωσε, «ένα 40% των νέων της χώρας εξακολουθούν να θεωρούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς, ακόμη κι αν δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν». [25]

Αν αυτό που μας κρατάει στην πίστη είναι η άγνοια του κόσμου που μας περιβάλλει τότε είναι μοιραίο να χάσουμε κάποια στιγμή όλοι την πίστη μας.

Αν πιστεύω σημαίνει ζω μέσα στην πλάνη και τη δεισιδαιμονία τότε καλύτερα να μην πιστεύω.

Σήμερα πολλοί δεν πιστεύουν ότι ο Θεός έφτιαξε το σύμπαν, αλλά οι ίδιοι είναι πρόθυμοι να πιστέψουν ότι η προϋπάρχουσα – άγνωστο πως – ύλη άρχισε να συμπυκνώνεται ολοένα και περισσότερο για να φτάσει στο λεγόμενο «αστρικό αυγό», το οποίο ήταν σαν το κεφάλι μιας καρφίτσας και από την ασύλληπτα τρομακτική έκρηξη που ακολούθησε, σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, δημιουργήθηκε το σύμπαν! Και γιατί το πιστεύει αυτό; Μα …γιατί το λέει η επιστήμη.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θέτουν ως υπαρξιακό τους στόχο να αποδείξουν την ύπαρξη και άλλοι την ανυπαρξία του Θεού. Όμως, αλλοίμονο, ένας που πασχίζει να αποδείξει την ανυπαρξία του Θεού είναι τόσο αστείος και επικίνδυνος όσο και εκείνος που επιχειρεί να αποδείξει την ύπαρξή Του.

Φαίνεται, όμως, ότι η Επιστήμη, ίσως και να ζήλωσε την δόξα της θρησκείας και να επιθύμησε να γίνει Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη…

Ο Φ. Ντοστογιέφσκι στο έργο του Αδελφοί Καραμάζωφ, βάζει τον Μέγα Ιεροεξεταστή να λέει τα ακόλουθα λόγια στον Χριστό: υπάρχουν τρεις δυνάμεις, τρεις μοναδικές δυνάμεις πάνω στη γη, ικανές να καθυποτάξουν και να αιχμαλωτίσουν δια παντός τη συνείδηση τούτων των ανίσχυρων ανταρτών, προς χάριν της ευτυχίας τους και μόνον. Και είναι τούτες: το θαύμα, το μυστήριο και η αυθεντία.[26]

Αλήθεια δεν μοιάζει οι τρεις τούτες δυνάμεις να ανήκουν σχεδόν εξ ολοκλήρου στην επιστήμη σήμερα;

Κάποτε το θαύμα, το μυστήριο και η αυθεντία άνηκαν, ασυζητητί, στη θρησκεία. Ποιος μπορούσε να κρίνει το ράσο χωρίς να μαστίζεται από τις ενοχές του ή αν όχι, να απειλείται ακόμα και με γελοίους αφορισμούς, από τοπικούς επισκόπους που είχαν μάθει ότι μπορούσαν να λένε και να κάνουν ό,τι θέλουν προχειρίζοντας τον εαυτό τους εκπρόσωπο του Θεού, λες και εκπρόσωπος του Θεού δεν είναι ο ίδιος ο Θεός, ο Ιησούς Χριστός, αλλά κάποιος από εμάς. Τον απόηχο αυτής της σκληρής και αντιεκκλησιαστικής συνήθειας ζούμε ακόμα σήμερα με μέλη της Εκκλησίας, τα οποία πανικόβλητα βλέπουν την ελέω Θεού εξουσία τους να εξανεμίζεται και να προτρέπουν τους πιστούς στον όνομα της αγάπης του εσταυρωμένου Ιησού, να υβρίζουν, να λοιδορούν ακόμα και να φτύνουν κατά πρόσωπο εκείνους τους διαφορετικούς, εκείνους που δε μας μοιάζουν.

Όμως το κενό δεν υπάρχει στη φύση. Όταν κάτι νομοτελειακά χαθεί, κάτι άλλο θα πάρει τη θέση του. Σαν Εκκλησία δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το κενό που αφήνουμε στις ψυχές των ανθρώπων, κάτι άλλο θα το γεμίσει, είτε ιδεολογία θα είναι αυτό, είτε ο Ολυμπιακός, ο καταναλωτισμός, κάποια άλλη θρησκεία, παράδοξη ή μη, ακόμα και αυτή η επιστήμη.

            Σήμερα η Επιστήμη μοιάζει να χρησιμοποιεί θαυμάσια και το θαύμα και το μυστήριο και την αυθεντία. Είναι γνωστό σε όλους ότι η επιστήμη κάνει… θαύματα. Το «πώς» των θαυμάτων είναι θέμα μόνο των ειδικών. Μόνο οι επαΐοντες είναι οι μυημένοι στα μυστικά των θαυμάτων που επιτελεί η επιστήμη. Και από αυτό το γεγονός, ότι μόνο αυτοί, οι ειδικοί, ξέρουν το «πώς» του θαύματος, πηγάζει και η αυθεντία τους. Και, για να κάνω ένα σκανταλιάρικο πείραγμα, νομίζω ότι το απολαμβάνουν πολύ! Είναι σαν να παίρνουν το αίμα τους πίσω για τις άπειρες διώξεις που υπέστησαν από τις θρησκείες. Όμως, ο κίνδυνος είναι εδώ. Κινδυνεύουν να πέσουν στην παγίδα και να καταντήσουν όπως οι νεόπλουτοι, η στάση ζωής των οποίων διαλαλεί ότι δεν είναι τίποτα άλλο από φτωχοί με πολλά λεφτά!

Χρέος της επιστήμης είναι να ελευθερώνει τον άνθρωπο. Το ίδιο και η πίστη. Ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός είπε «Γνώσεσθε την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώση ημάς»[27]. Να λοιπόν που συναντώνται πίστη και επιστήμη: στην αλήθεια!

Κύριε Πρύτανη, ταπεινά θα σας πρότεινα αυτή τη φράση ως χρονολόγιο – επιγραφή στην είσοδο του πανεπιστημίου σας: ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΗΜΑΣ.

Ελευθερία όμως από τι; Τι εννοεί ο καθένας με αυτή τη σπουδαία λέξη;

Το ίδιο δεν ισχυρίσθηκαν 75 χρόνια νωρίτερα ο ναζιστικός αμοραλισμός όταν διακήρυττε στην είσοδο του Νταχάου ότι «Η εργασία ελευθερώνει» ; [28] Μήπως στο Νταχάου, στο Άουσβιτς και στα όμοιά τους εργαστήρια θανάτου δεν παρήχθη επιστήμη; Λέγεται, μάλιστα, ότι οι Γερμανοί γενετιστές και βιολόγοι ήταν οι καλύτεροι. Γιατί άραγε;

Στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι δεν έλαμψε μαζί με το τεράστιο μανιτάρι που σκόρπισε όλεθρο και θάνατο, το φως της επιστήμης, το φως της πυρηνικής φυσικής;

Τα απάνθρωπα χημικά όπλα σε κάποιο χημικό εργαστήριο δεν ανακαλύφθηκαν;

Τη βόμβα υδρογόνου που φημολογείται ότι διαθέτει ο παράφρονας δικτάτορας της Βορείου Κορέας δεν την κατασκεύασαν οι παπάδες, αλλά σίγουρα είναι προϊόν του θρησκευτικού δέους και φόβου που ασκεί στο λαό του ο ανισσόροπος Κιμ Γιονγκ Ουν. Βλέπετε η θρησκεία δεν περιορίζεται μόνο στους ναούς. Έχει πολλά πρόσωπα και αρκετά συχνά εκδηλώνεται εκεί που δεν την περιμένεις, αλλά πάντα με τον ίδιο τρόπο…

Μήπως μέσα από τη θέα και τη χρήση των επιτευγμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει κατανοητός ο Πολωνός ποιητής Στανισλάβ Γιέρζι Λέτς(1909-1966), ο οποίος αναρωτιέται: «είναι πρόοδος ένας κανίβαλος να χρησιμοποιεί μαχαίρι και πιρούνι;».

Δέος και προβληματισμός με διακατέχει στη θέα των επιστημονικών κατορθωμάτων του ανθρώπου. Δέος γιατί μοιάζουν όλα πια εφικτά και αγωνία γιατί η ίδια η επιστήμη στέκει αρκετά συχνά σχεδόν αμέτοχη μπροστά στα επιτεύγματά της. Αμέτοχη και ουδέτερη όπως η Ελβετία στους παγκόσμιους πολέμους. Μας προσφέρει εκπληκτικές δυνατότητες και μας αφήνει να τις διαχειριστούμε μόνοι, χωρίς να εξετάζει αν είμαστε έτοιμοι για μια τέτοια εμπειρία. Είναι σαν να δίνεις σε έναν έφηβο όλο το μισθό σου να τον διαχειριστεί όπως εκείνος νομίζει καλύτερα. Καταστροφή… Η επιστήμη μοιάζει να βάζει στόχους και να τους πετυχαίνει, αλλά έξω από το πρόσωπο, έξω και πέρα από τις σχέσεις. Η Εκκλησία αντίθετα δεν υφίσταται καν έξω από το πρόσωπο, αλλιώς μετατρέπεται σε «Μη Κυβερνητική Οργάνωση». Η Εκκλησία το μόνο για το οποίο μπορεί να βεβαιώσει είναι το τι είναι θάνατος και τι είναι ζωή[29]. Και ζωή είναι ο Ιησούς Χριστός. Για όλα τα άλλα μπορεί και να αμφιβάλλει και μάλιστα αναμένει από την επιστήμη να τη διαφωτίσει. Η Εκκλησία μαρτυρά για το τι είναι η ζωή, δεν την περιγράφει και μαρτυρία θα πει βίωμα και όχι τίτλος αναγνωρισμένος από το κράτος. Οι ευαγγελιστές, οι συγγραφείς των ευαγγελίων, δεν κάνουν ιστορία, αλλά καταγράφουν εμπειρίες τόσο των ιδίων όσο και των αποστόλων του Ιησού. Γι΄αυτό και δεν είναι copy – paste, όπως θα λέγαμε σήμερα. Γι΄αυτό και οι ευαγγελιστές έχουν μεταξύ τους διαφορές, όχι ουσιώδεις αλλά υπαρκτές, *.

Ο πολύ γνωστός φυσικός και κοσμολόγος Στήβεν Χόκινγκ δήλωσε πρόσφατα: «Μέσα από τη δουλειά μου είχα το προνόμιο να έχω κερδίσει κάποια κατανόηση ως προς τον τρόπο που λειτουργεί το Σύμπαν. Όμως αυτό θα ήταν ένα άδειο σύμπαν χωρίς τους ανθρώπους που αγαπώ».[30]

Μήπως το ίδιο δεν λέμε κι εμείς στην Εκκλησία κατά την εορτή της Αναλήψεως του Χριστού; Πληρώσας εὐφροσύνης τὰ σύμπαντα ἐλεῆμον, ταῖς ἄνω δυνάμεσι, μετὰ σαρκὸς ἐπεδήμησας[31]. Η σχέση είναι που δίνει νόημα, όχι μόνο στο μικρόκοσμό μου αλλά σε όλο το σύμπαν. «Σ΄αγαπώ γιατί είσαι ωραία, σ΄αγαπώ γιατί είσαι εσύ, κι αγαπώ κι όλο τον κόσμο γιατί ζεις κι εσύ μαζί» κατά το γνωστό μικρασιάτικο τραγούδι.

IMG_9668

  1. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο κόσμος πέρασε και περνά απίστευτες περιπέτειες στην αναζήτησή του να βρει νόημα βίου. Αρκετά συχνά κουράζεται και πονά από αυτή την αναζήτηση και «αράζει», θα λέγαμε, σαν καράβι σε κάποιο λιμάνι με κίνδυνο όμως να βολευτεί στο άραγμά του και να μείνει να σκουριάζει εκεί.

Φεύγουν τα παιδιά μας να σπουδάσουν και έρχονται πίσω αλλαγμένα, με νέες ιδέες και άλλο τρόπο σκέψης από αυτόν που είχανε κοντά μας. Καλά κάνουνε! Τι θέλουμε δηλαδή, να είναι τα ίδια και απαράλλαχτα μ΄εμάς; Η ζωή προχωράει. Να χαιρόμαστε που τα παιδιά μας αποκτούν δικό τους βλέμμα και βλέπουν με τα δικά τους μάτια τον κόσμο και το Θεό. Κάποιοι γονείς αναρωτιόμαστε γιατί τα παιδιά μας έπαψαν να πηγαίνουν στην Εκκλησία: μα γιατί πηγαίνουμε εμείς! Θα ξανάρθουν, ίσως, αλλά για τους δικούς τους λόγους και όχι επειδή έτσι πρέπει ή γιατί τους το λέμε εμείς. Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να βλέπει κανείς το Θεό. Ο Θεός είναι προσωπικός και σε κάποιον αποκαλύπτεται μέσα από έναν λόγο, σε άλλον μέσα από μια ματιά ή μια σχέση, σε άλλον μέσα από ένα βιβλίο, σε άλλον μέσα από ένα μικροσκόπιο ή ένα τηλεσκόπιο και σε άλλον μέσα από τον επιταχυντή ανδρονίων του CERN της Ελβετίας. Το πότε θα πει κανείς «μέγας είσαι κύριε και θαυμαστά τα έργα σου» δεν είναι δική μας δουλειά να ορίσουμε!

Στα χρόνια του διαφωτισμού το ανθρωπολογικό μοντέλο που κυριάρχησε εξέφρασε ο Ντε Κάρτ (Καρτέσιος, 1596-1650) με την παροιμιώδη φράση του «σκέφτομαι, άρα υπάρχω»[32]. Σήμερα το μοντέλο αυτό συνοψίζεται στη φράση «καταναλώνω, άρα υπάρχω». Η Εκκλησία του Χριστού, στοιχούμενη στον Κύριό της, ο οποίος είναι ο συμπαθών και υπέρ ημών αποθανών[33] μεταβαίνει σε ένα άλλο μοντέλο, που θα μπορούσε να εκφραστεί άλλοτε μέσα από το «Πάσχω άρα υπάρχω»[34] ή – επιτρέψτε μου να συμπληρώσω – «συμπάσχω, άρα υπάρχω» και αυτό το μοντέλο το αντιπροσωπεύει στη δική μας παράδοση, ο Άγιος.

Αυτό το μοντέλο πραγμάτωσαν οι τρεις Ιεράρχες χωρίς η επιστημοσύνη τους να τους περιχαρακώσει στη μοναξιά των επιτευγμάτων τους. Παρέμειναν συμπάσχοντες προς τον ανθρώπινο πόνο τον οποίο θεράπευαν με εργαλεία τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους. Πίστη και επιστήμη διακονούν τον άνθρωπο και γι΄αυτό δεν τους αξίζει να συμβάλλουν περεταίρω στην περιπέτεια και την αγωνία του.

Προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι η σύγκρουση πίστης και επιστήμης είναι ψευδεπίγραφη και χωρίς νόημα. Αν κάποιοι ωφελούνται από αυτή της σύγκρουση είναι οι ακραίοι από όπου και αν προέρχονται και αυτή που ζημιώνεται είναι σίγουρα η ανθρωπότητα. Ο σημερινός ευρωπαίος, ακόμα και ο άθεος ή αγνωστικιστής, οφείλει να αναγνωρίσει ότι αυτό που δόμησε τον πολιτισμό του είναι η χριστιανική κουλτούρα, μια κουλτούρα που ακόμα και όταν χάνει πρόσκαιρα τον προσανατολισμό της δεν παύει να έχει τις πηγές της στο ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού.

Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Ων, ο ερχόμενος και αναμενόμενος. Ο Θεός υπάρχει και είναι εδώ. Η θεολογία μας υπάρχει για να μας φανερώνει Αυτόν τον όντα, τον υπάρχοντα, για να μας φανερώνει το ΠΟΙΟΣ στην ιστορία του κόσμου και για να δίνει διέξοδο στο ΓΙΑΤΙ του παρόντος μας. Η δε επιστήμη, αυτό το δώρο του Θεού στον άνθρωπο, θα είναι εδώ για να μας αποκαλύπτει το ΠΩΣ λειτουργεί αυτός ο υπέροχος κόσμος. Ας μη την εμποδίζουμε να πράξει το υψηλό αυτό χρέος της και ας είμαστε εκεί να δοξάσουμε τον Κύριό μας και μέσα και από τα δικά της επιτεύγματα.

Χρήστος Φραδέλλος

Χανιά

©2016

[1] Μ. Βασιλείου, «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφέλοιντο λόγων», Β΄έκδ., εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1966, σ. 20

[2] Γρηγορίου Θεολόγου, «Επιτάφιος», PG 36, 508 IA΄: «παίδευσιν των παρ΄ημίν αγαθών είναι το πρώτον»

[3] Μκ. 16, 6 και Μτ. 28, 6

[4] Μκ. 16, 11

[5] Ιω. 20, 25

[6] Λκ. 1, 34

[7] Αλ. Σμέμαν, Πιστεύω, β΄έκδ. Ακρίτας 1998, σ. 22

[8] Ιω. 1, 18

[9] Ιω. 1, 46

[10] Πρβλ. στην αίρεση του Δοκητισμού, σύμφωνα με την οποία ο Θεός δεν μπορούσε να πάσχει ως άνθρωπος, οπότε τα πάθη του Χριστού συνέβησαν κατά δόκησιν, δηλ. φαινομενικά και όχι πραγματικά.

[11] Index Librorum Prohibitorum

[12] «πολλοί των Χριστιανών διαπτύουσι ως επίβουλον (την έξωθεν γνώσιν) και σφαλεράν και Θεού πόρρω βάλλουσαν, κακώς ειδότες» Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΜΓ΄, «Εις τον Μέγαν Βασίλειον επίσκοπον Καισαρείας Καππαδοκίας Επιτάφιος», PG 36, 604 C.

[13] Λαφαζάνη Μιχαήλ, Ιωάνης Πέζαρος (1749-1806): η εποχή, το έργο, η αλληλογραφία του, διδακτορική διατριβή, Ιωάννινα 2001, σ. 119

[14] Pashley Robert, Ταξίδια στην Κρήτη, εκδ. Βικελαίας Βιβλιοθήκης, τ. Α΄, Ηράκλειο 1991, σσ. 109-110

[15] Η λατρεία του Χριστού χαρακτηρίζεται λογική. Πρβλ. Ευχή της αναφοράς από τη Θ. Λειτουργία του αγ. Ιωάννη Χρυσοστόμου «Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον λατρείαν»

[16]  Α΄Θεσ. 4, 13: «ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα».

[17] Braudel Fernand, Γραμματική των Πολιτισμών, εκδ. Μορφ. Ιδρύματος Εθν. Τραπέζης, Β΄ανατ., Αθήνα 2002, σ.473

[18] Φράση που αποδίδεται στον όσιο ασκητή Αββά Λογγίνο, και συμπεριλαμβάνεται στο έργο Είπε Γέρων, το Γεροντικόν σε νεοελληνική απόδοση, εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1983, σ. 145

[19] Μ. Βασιλείου, «Εις την Εξαήμερον», Ομιλία Θ΄, παρ. 7. ΒΕΠ 54, 140.

[20] Πρβλ. στον Ωριγένη ο οποίος θεωρεί τις επιστήμες «προπαιδεύματα» και χρήσιμες για τη διήγηση των ιερών γραφών. Προς Γρηγόριον επιστολήν, PG 11, 88.

[21] Braudel Fernand, ό.π., σ.468

[22] Μεταλληνού Γεωργίου, Τουρκοκρατία, οι Έλληνες στην Οθωμανική αυτοκρατορία, Β΄έκδ., Ακρίτας, Αθήνα 1989, σ.152

[23] Στο ίδιο, σ. 159

[24] en.wikipedia.org/wiki/List_of_Roman_Catholic_cleric-scientists

[25] http://www.lifo.gr/now/world/87823

[26] Φ. Ντοστογέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ, τ. Α΄, εκδ. Πατάκη, σσ. 389-390

[27] Ιω. 8, 32

[28]  Arbeit macht frei

[29] Αλ. Κατσιάρα, Όταν ο Θεός πεθαίνει, εκδ. Αρμός, 2008, σ.426

[30] www.lifo.gr/now/people/55980

[31] http://glt.xyz/texts/Pen/p76.uni.htm

[32] Cogito ergo sum

[33] Α΄Θεσ. 5, 9-10 «διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀποθανόντος ὑπὲρ ἡμῶν»

[34] Μπερντιάεφ Νικόλαου («Doleo ergo sum») και Μπέγζου Μάριου, Δοκίμια ψυχολογίας της θρησκείας,   http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/religions/marios_mpegzos_psychology_of_religion.htm

Related Posts

Add Comment